Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bολταρίκια.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bολταρίκια.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Κάτω από γέφυρες κοιμούνται οι Αλήτες.

Απόγευμα και η θερμοκρασία επιτρέπει μία βόλτα, έτσι... ''για να πάρει το μυαλό μου αέρα''.
Προορισμός άγνωστος και κοντινός. Μόνος μου, γιατί δεν θέλω ούτε να κουβεντιάσω... ''Ο ήλιος του Χειμώνα με μελαγχολεί'', και το μόνο φάρμακο που έχει αποτέλεσμα είναι η βόλτα.
Εκτός από κάποιες περιπτώσεις σαν αυτή που προσπαθώ να βρω τρόπο να σας διηγηθώ τώρα.

Δύο μέρες μετά... και τρόπος δεν βρέθηκε. Οπότε ας μιλήσει η φωτογραφία.






Σημείωση: Η φωτογραφία είναι ''κλεμμένη'' και χρησιμοποιήθηκε ''για τις ανάγκες'' του δημοσιεύματος.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Όταν ταξιδεύω ...



Όταν ταξιδεύω, καμιά φορά ξεχνιέμαι και οδηγώ μηχανικά. Το μυαλό μου ταξιδεύει ξεχωριστά από το σώμα, με διαφορετικούς προορισμούς και άλλες ταχύτητες. Μπρος στα μάτια μου περνάνε σκηνές από όνειρα που είχα ξεχάσει, γιατί τα είχα δει πριν πολλά πολλά χρόνια. Ακούω φωνές γνωστών μου που γελάνε ή λένε κάτι που το λένε συχνά, και αυτό μου αφήνει μια αίσθηση νοσταλγίας, αλλά γλυκιάς, σα να νοσταλγώ το μέλλον. Μετά θυμάμαι μικρά και ασήμαντα περιστατικά από την καθημερινότητα, που μπορεί να έγιναν χτες ή πριν έξι μήνες, ή και πέρυσι. Θυμάμαι τη μάνα μου να ρωτάει αν ήρθε ακόμα ο αδερφός μου σπίτι, ή εσένα να με ρωτάς μέχρι πότε ξενύχτησα χτες. Μπορεί να θυμάμαι ένα χαμόγελο που προκάλεσα, ή μια φράση που προκάλεσε ένα δικό μου. Σπανιότερα, μπορώ και ανακαλώ ακριβώς το πώς ένοιωσα με ένα γεγονός. Ας πούμε, τη ντροπή μου όταν έβρισα έναν αδερφικό μου φίλο, ή την αγαλλίαση μετά την ερμηνεία μιας ηθοποιού στο θέατρο. Αυτό το ταξίδι μπορεί να κρατήσει πολλή ώρα. Αν ο δρόμος είναι πλατύς, ήσυχος, και με μεγάλες ευθείες, τίποτα δε με γυρίζει στην πραγματικότητα. Εκείνη την ώρα, μόνο μια προκλητική στροφή μπορεί να με ξυπνήσει. Να ανοίξω το γκάζι για να φτάσω πιο γρήγορα κοντά της, και ύστερα να πλακωθώ στα φρένα, να κάτσω λίγο στραβά στη σέλα και να αφεθώ στην αγκαλιά της. Να βγάζω το κεφάλι στο πλάι και να ανησυχώ μόνο για τις λακκούβες –Ελλάδα είμαστε-. Και στην έξοδό της, με τέρμα γκάζι να κοιτάω με περιέργεια το νέο τοπίο γύρω μου και να αναρωτιέμαι πού πήγε ο ορεινός όγκος αριστερά μου, πού βρέθηκε η κοιλάδα, γιατί με στραβώνει ο ήλιος, γιατί όλα αυτά είναι τόσο διαφορετικά από το τοπίο που ήξερα πριν πέσω στο λήθαργό μου.

Μετά από λίγα χιλιόμετρα, οι σκέψεις μου αρχίζουν πάλι να αποσυντονίζονται. Στην αρχή σα μια εικόνα τηλεόρασης που έχει παράσιτα. Η εικόνα σπάει συνέχεια, ή στρεβλώνει και παραμορφώνεται. Ύστερα τα αυτοκίνητα γύρω μου, τα φορτηγά, τα πούλμαν, τα παπάκια δεξιά –τι κάνουν τόσα παπάκια στην εθνική;- όλα φλουτάρουν, όλα σιωπούν και παγώνουν. Πάμε όλοι ξαφνικά πάρα πολύ αργά, σαν τις σφαίρες στο Matrix, χωρίς ήχο ή χρώμα. Όλα γίνονται μουντά, αποχρώσεις του γκρι, και τείνουν να ακινητοποιηθούν. Με το δυνατό μου τσι, απλώνω το χέρι και μέσα στη γαλήνη όλα παύουν και τίποτα πια δεν αλλάζει. Σαν άλλος εκλεκτός, σταματώ τα γεγονότα, και μπορώ να σκέφτομαι ό,τι θέλω, να τραγουδάω ό,τι θέλω, να ελπίζω για ότι θέλω. Μπορώ να σταματάω όλες τις σκέψεις που έρχονται σα βέλη κατά πάνω μου, να μου χαλάσουν τη γαλήνη, να με προβληματίσουν και να μου μαυρίσουν τη μέρα. Τραβάω το γκάζι και όλα μένουν πίσω, τίποτα δε με προλαβαίνει. Και τότε, οι αγωνίες γλιστράνε σαν πέπλα από πάνω μου και κυλάνε στην άσφαλτο, και οι φόβοι χαλαρώνουν το σφίξιμο στο στομάχι. Αρχίζω να πετάω και κάνω ελιγμούς ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα, ελιγμούς που πιάνουν όλο το πλάτος του δρόμου. Ταυτόχρονα με πλησιάζουν όλες οι καλές και γλυκές αναμνήσεις. Έρχονται από δεξιά κι αριστερά μου, γυρνώ το κεφάλι και βλέπω χιλιάδες μικρά βιντεάκια. Αν ένα βιντεάκι δε μου αρέσει και είναι σε σκούρο φόντο, τότε κατεβάζω μια ταχύτητα, μπαίνω στα κόκκινα και του ξεφεύγω.

Βλέπω πάνω από το δρόμο μια γέφυρα, και κλείνω το γκάζι. Οι γέφυρες ρίχνουν σκιές. Κάνω δεξιά και σταματάω κάτω από τη σκιά της. Είναι η καλύτερη στάση. Κανένας δε μπορεί να με ενοχλήσει εδώ. Ούτε μωρά που κλαίνε, ούτε σκυθρωπές φάτσες που δεν κοιτάζουν πουθενά και που υποφέρουν σιωπηλά μα και σκορπούν μιζέρια. Ούτε βαβούρα έχει, ούτε κορίτσια ντυμένα σαν πορνίδια, ούτε λιγούρηδες νέους και γέρους με βλέμμα πρόστυχο και τιποτένιο. Κανείς προϊστάμενος εδώ δε μπορεί να μου χαμογελάσει ψεύτικα, κανείς υπάλληλος να με κοιτάξει με σιχαμάρα απλά και μόνο επειδή είμαι πελάτης. Από κανένα δε θα ζητήσω ένα ποτήρι νερό για να μου δείξει -χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι του- τον ψύκτη. Κανένας δε θα με καρφώσει στα μάτια έτοιμος για καυγά χωρίς λόγο, απλά επειδή του αρέσει να μυρίζει αίμα και καμιά δε θα με κοιτάξει λάγνα επειδή της αρέσει να ξερογλείφονται για πάρτη της.

Κάτω από τις γέφυρες μου αρέσει να ξεκουράζομαι. Αν έχει ήλιο στη σκιά, κι αν βρέχει στη στεγνή λωρίδα που αφήνει. Εδώ είμαι μόνος μου και υπάρχω μόνος μου. Είμαι κάποιος, κάπου. Υπάρχω γιατί μ’ αρέσει. Μπορώ να φωνάξω και όσοι περνάνε θα με βλέπουν χωρίς να σταματάνε. Δε νοιάζονται, δε νοιάζομαι, δε γίνονται θεατές, δε γίνομαι θέαμα. Έτσι όπως πρέπει. Για να με δεις πρέπει να σταματήσεις. Αλλιώς δεν προσφέρω τίποτα. Μόνο για μια στιγμή ένα άγαλμα με ανοιχτά τα χέρια να φωνάζει κοιτώντας ψηλά. Σα σποτάκι. Ένα μικρό βιντεάκι για να βλέπεις όταν ταξιδεύεις.



Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Φθηνή κρουαζιέρα

Εγώ θα αποκαλούμε ως Χχ, και ο φίλος ως Ζ.

Χχ: - Πάμε ρε μια βόλτα να αδειάσει το κεφάλι μας?
Ζ: - Έχεις κάτι υπ΄όψιν σου?
Χχ: - Έχω. Πάρε ένα ζευγάρι παντόφλες για τη θάλασσα, ένα σορτσάκι κι ένα sleeping-bag.
Z: - Για που ρε?
Χχ: - Θα περάσω 09:00 από το σπίτι σου και θα τα πούμε.

Η αλήθεια είναι πως στο σπίτι του ήμουν κατά τις 10:00 αλλά ούτε αυτός γκρίνιαξε, ούτε κι εγώ.Ανέβηκα, ήπιαμε καφέ και κατεβήκαμε να ξεκινήσουμε. Για το ''που'', ούτε κουβέντα. Ωραία θα περάσουμε, σκέφτομαι. 
Στο πρώτο βενζινάδικο, φουλάρισμα και ερώτηση.

Χχ: - Πόσα λεφτά έχεις?
Ζ: - 80 ευρό και το ντεπόζιτο γεμάτο.
Χχ: - Και 110 εγώ... μια χαρά είμαστε. Πάμε? 
Χ: - Πάμε.

Και πήραμε τον δρόμο του βενζινάδικου. Αν ακολουθήσεις τον δρόμο του βενζινάδικου, σε βγάζει... όπου θελήσεις. Είναι μαγικός ο δρόμος του βενζινάδικου. Στο δεξί σου χέρι κρατάς το μαγικό ραβδί, και στο αριστερό τον χάρτη με το σημαδάκι του θησαυρού... το σημαδάκι, που θα επιλέξεις εσύ που θα το βάλεις. 
Επίσης το καλό σ΄αυτούς τους χάρτες, είναι η απουσία του μονοπατιού. Δεν σου λέει από που να πας. Άνοιξε το μυαλό σου και απ΄όπου θέλεις τράβα. Όπου θέλεις τράβα... τι άλλο θέλεις?
Εδώ που τα λέμε, αν είχε και κανένα 100ευρω κάθε φορά που τον άνοιγες... θα έκανε τρελές πωλήσεις.


Σαν Παλιό Σινεμά...
Έτσι κι εμείς βρεθήκαμε να πίνουμε νεράκι και να καπνίζουμε τσιγαράκι στην Νικήτη. ''Δεύτερο'' πόδι της Χαλκιδικής για τους αδαείς, ''μεσαίο'' για τους εντελώς Αγεωγράφητους. Το ερώτημα ''που είναι καλύτερα, στο πρώτο ή στο δεύτερο πόδι'' έχει απαντηθεί εδώ και πολύ καιρό.
'' Ανάμεσα στα πόδια είναι καλύτερα''.

Χχ: - Για φαΐ τι θα κάνουμε?
Ζ: - Αααα... εγώ δεν πεινάω ακόμη.
Χχ: - Κατάλαβα... 190 ευρώ θα τα πιούμε.
Ζ: - Έχουμε και τα τσιγάρα μας αγορασμένα...
Χχ: - Και τα ντεπόζιτα γεμάτα μιας και μ΄έφερες στη Νικήτη με 120-130... οπότε για που τραβάμε?

Η ερώτηση απαντήθηκε μετά από 50 περίπου λεπτά της ώρας απίστευτης διαδρομής. Κάθε 3 με 5 χιλιόμετρα μπορούσες να σταματάς και να φωτογραφίζεις μέχρι να σου τελειώσει η μπαταρία από την ψηφιακή. Επειδή κανένας μας όμως δεν είχε προβλέψει το θέμα της μπαταρίας, οι κόκκινοι συναγερμοί στην οθόνη και των δύο ψηφιακών μηχανών που είχαμε μαζί μας, άρχισαν να κάνουν αυτό για το οποίο κατασκευάστηκαν. Χαμηλή μπαταρία. Ένα ανόητο μικρό εικονίδιο που αναβόσβηνε, έκανε την πρώτη προσπάθεια να μου χαλάσει την βόλτα!!
Προλαβαίνω μία ακόμη.


Θα ΄θελες.




Σάρτη είχε δείξει το ραβδάκι. Βρήκαμε κι ένα φίλο του Ζ, που απ΄ότι κατάλαβα είχε κι αυτός μαζί του χάρτη, και περάσαμε μούρλια.
Δεν θα τρέχω να σε φτάσω ΖΩΗτσα... θα μ΄ακολουθάς. Δεν θα τρέχω, αλλά δεν θα σε αφήσω να με προσπεράσεις εύκολα.

Χχ: - Τι κάνουμε σήμερα?
Ζ: - Φορτώνουμε τα πράγματα, πίνουμε ένα φραπέ και ξεκινάμε.
 Λοιπόν αυτό το οδικό δίκτυο της Σιθωνίας είναι εντελώς μοτοσυκλετιστικό!!!! 
Πολλές φορές έπιασα τον εαυτό μου να έχει αφορμή για ένα κλικ της φωτογραφικής, και να λέει...

Χχ: - Στην μεθεπόμενη στροφή μωρέ... δεν πειράζει.

Ο Ζ δεν με άκουγε. Ήταν απορροφημένος με τα τοπία ντεμέκ, και πάλι με το 120 βαδίζαμε. Ο τίτλος της ιστοριούλας αυτής, από αυτό το γεγονός είναι αυτός που είναι.
Είχα πάει το ΄96 στην Τριστινίκα, και δίπλα από το κάμπινγκ όπου στήσαμε, λειτουργούσε ένα Beach-Bar με το όνομα Ethnic. Τότε, πουλούσε καλοκαιρινούς έρωτες, ηλιοβασιλέματα, καμιά αρπαχτή και αρκετά υποφερτή μουσική.

Χχ: - Να περάσουμε μια βόλτα να δούμε σε τι κατάσταση είναι?
Ζ: - Ναι ρεεε.

Φτάσαμε κατά της 11:30 και η δεύτερη δουλειά που κάνω είναι να βγάλω φωτογραφική.


Απάγκιο


 Μετά από 14 χρόνια ίδιο μαγαζί!! Τα ίδια πουλούσε ακόμη. Σε μικρότερες ποσότητες από ό,τι είδα, καθώς ''η πτώση του τουρισμού έχει αγγίξει το 40% και...''
Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα το ίδιο μένουν.

Καλοκαιρινό Έρωτα δεν ήθελα... ηλιοβασίλεμα και να παρήγγελνα θα μου ερχότανε το απόγευμα... αρπαχτή δεν ήθελα γιατί έβραζε ο τόπος στους 39-40, έτσι παρήγγειλα μια μπυρίτσα, να ακούσω την μουσικούλα μου και να προσέξω λίγο περισσότερο το μαγαζί και τον κόσμο του. Ιδίως τον κόσμο του.



Κερνώ ηλιοβασίλεμα


Ναι ναι, εκεί μας βρήκε το ηλιοβασίλεμα και ευκαιρίας δοθείσης το ήπια. Μετά τις μπύρες σε γαληνεύει. Κι αυτό είναι κακό. Είναι κακό γιατί έχεις και τον γυρισμό, που όλο του δίνεις αναβολή αλλά αυτός το βιολί του. Παρών και ξανά Παρών και και και...
Τι τα θέλω εγώ τα κοκτέιλ...

Γυρίσαμε σπίτι κατά τις 02:30 ξημερώματα Δευτέρας. Λεφτά φυσικά δεν γυρίσαμε πίσω, άλλωστε πήγαμε για να αφήσουμε... προβλήματα, άγχη, στρες και λοιπές αηδίες που νομίζουμε πως μας κάνουν τη ζωή δύσκολη.

Το νόημα:
Με 110 ευρώ, βρήκα τρόπο να αδειάζω το κεφάλι μου από διάφορα. Βέβαια γυρνώντας σπίτι θα τα βρεις να σε περιμένουν στην πόρτα, αλλά τα αντιμετωπίζεις με κεφάλι άδειο. Χωράει τώρα.

Άντε... γεια.