Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Όταν ταξιδεύω ...



Όταν ταξιδεύω, καμιά φορά ξεχνιέμαι και οδηγώ μηχανικά. Το μυαλό μου ταξιδεύει ξεχωριστά από το σώμα, με διαφορετικούς προορισμούς και άλλες ταχύτητες. Μπρος στα μάτια μου περνάνε σκηνές από όνειρα που είχα ξεχάσει, γιατί τα είχα δει πριν πολλά πολλά χρόνια. Ακούω φωνές γνωστών μου που γελάνε ή λένε κάτι που το λένε συχνά, και αυτό μου αφήνει μια αίσθηση νοσταλγίας, αλλά γλυκιάς, σα να νοσταλγώ το μέλλον. Μετά θυμάμαι μικρά και ασήμαντα περιστατικά από την καθημερινότητα, που μπορεί να έγιναν χτες ή πριν έξι μήνες, ή και πέρυσι. Θυμάμαι τη μάνα μου να ρωτάει αν ήρθε ακόμα ο αδερφός μου σπίτι, ή εσένα να με ρωτάς μέχρι πότε ξενύχτησα χτες. Μπορεί να θυμάμαι ένα χαμόγελο που προκάλεσα, ή μια φράση που προκάλεσε ένα δικό μου. Σπανιότερα, μπορώ και ανακαλώ ακριβώς το πώς ένοιωσα με ένα γεγονός. Ας πούμε, τη ντροπή μου όταν έβρισα έναν αδερφικό μου φίλο, ή την αγαλλίαση μετά την ερμηνεία μιας ηθοποιού στο θέατρο. Αυτό το ταξίδι μπορεί να κρατήσει πολλή ώρα. Αν ο δρόμος είναι πλατύς, ήσυχος, και με μεγάλες ευθείες, τίποτα δε με γυρίζει στην πραγματικότητα. Εκείνη την ώρα, μόνο μια προκλητική στροφή μπορεί να με ξυπνήσει. Να ανοίξω το γκάζι για να φτάσω πιο γρήγορα κοντά της, και ύστερα να πλακωθώ στα φρένα, να κάτσω λίγο στραβά στη σέλα και να αφεθώ στην αγκαλιά της. Να βγάζω το κεφάλι στο πλάι και να ανησυχώ μόνο για τις λακκούβες –Ελλάδα είμαστε-. Και στην έξοδό της, με τέρμα γκάζι να κοιτάω με περιέργεια το νέο τοπίο γύρω μου και να αναρωτιέμαι πού πήγε ο ορεινός όγκος αριστερά μου, πού βρέθηκε η κοιλάδα, γιατί με στραβώνει ο ήλιος, γιατί όλα αυτά είναι τόσο διαφορετικά από το τοπίο που ήξερα πριν πέσω στο λήθαργό μου.

Μετά από λίγα χιλιόμετρα, οι σκέψεις μου αρχίζουν πάλι να αποσυντονίζονται. Στην αρχή σα μια εικόνα τηλεόρασης που έχει παράσιτα. Η εικόνα σπάει συνέχεια, ή στρεβλώνει και παραμορφώνεται. Ύστερα τα αυτοκίνητα γύρω μου, τα φορτηγά, τα πούλμαν, τα παπάκια δεξιά –τι κάνουν τόσα παπάκια στην εθνική;- όλα φλουτάρουν, όλα σιωπούν και παγώνουν. Πάμε όλοι ξαφνικά πάρα πολύ αργά, σαν τις σφαίρες στο Matrix, χωρίς ήχο ή χρώμα. Όλα γίνονται μουντά, αποχρώσεις του γκρι, και τείνουν να ακινητοποιηθούν. Με το δυνατό μου τσι, απλώνω το χέρι και μέσα στη γαλήνη όλα παύουν και τίποτα πια δεν αλλάζει. Σαν άλλος εκλεκτός, σταματώ τα γεγονότα, και μπορώ να σκέφτομαι ό,τι θέλω, να τραγουδάω ό,τι θέλω, να ελπίζω για ότι θέλω. Μπορώ να σταματάω όλες τις σκέψεις που έρχονται σα βέλη κατά πάνω μου, να μου χαλάσουν τη γαλήνη, να με προβληματίσουν και να μου μαυρίσουν τη μέρα. Τραβάω το γκάζι και όλα μένουν πίσω, τίποτα δε με προλαβαίνει. Και τότε, οι αγωνίες γλιστράνε σαν πέπλα από πάνω μου και κυλάνε στην άσφαλτο, και οι φόβοι χαλαρώνουν το σφίξιμο στο στομάχι. Αρχίζω να πετάω και κάνω ελιγμούς ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα, ελιγμούς που πιάνουν όλο το πλάτος του δρόμου. Ταυτόχρονα με πλησιάζουν όλες οι καλές και γλυκές αναμνήσεις. Έρχονται από δεξιά κι αριστερά μου, γυρνώ το κεφάλι και βλέπω χιλιάδες μικρά βιντεάκια. Αν ένα βιντεάκι δε μου αρέσει και είναι σε σκούρο φόντο, τότε κατεβάζω μια ταχύτητα, μπαίνω στα κόκκινα και του ξεφεύγω.

Βλέπω πάνω από το δρόμο μια γέφυρα, και κλείνω το γκάζι. Οι γέφυρες ρίχνουν σκιές. Κάνω δεξιά και σταματάω κάτω από τη σκιά της. Είναι η καλύτερη στάση. Κανένας δε μπορεί να με ενοχλήσει εδώ. Ούτε μωρά που κλαίνε, ούτε σκυθρωπές φάτσες που δεν κοιτάζουν πουθενά και που υποφέρουν σιωπηλά μα και σκορπούν μιζέρια. Ούτε βαβούρα έχει, ούτε κορίτσια ντυμένα σαν πορνίδια, ούτε λιγούρηδες νέους και γέρους με βλέμμα πρόστυχο και τιποτένιο. Κανείς προϊστάμενος εδώ δε μπορεί να μου χαμογελάσει ψεύτικα, κανείς υπάλληλος να με κοιτάξει με σιχαμάρα απλά και μόνο επειδή είμαι πελάτης. Από κανένα δε θα ζητήσω ένα ποτήρι νερό για να μου δείξει -χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι του- τον ψύκτη. Κανένας δε θα με καρφώσει στα μάτια έτοιμος για καυγά χωρίς λόγο, απλά επειδή του αρέσει να μυρίζει αίμα και καμιά δε θα με κοιτάξει λάγνα επειδή της αρέσει να ξερογλείφονται για πάρτη της.

Κάτω από τις γέφυρες μου αρέσει να ξεκουράζομαι. Αν έχει ήλιο στη σκιά, κι αν βρέχει στη στεγνή λωρίδα που αφήνει. Εδώ είμαι μόνος μου και υπάρχω μόνος μου. Είμαι κάποιος, κάπου. Υπάρχω γιατί μ’ αρέσει. Μπορώ να φωνάξω και όσοι περνάνε θα με βλέπουν χωρίς να σταματάνε. Δε νοιάζονται, δε νοιάζομαι, δε γίνονται θεατές, δε γίνομαι θέαμα. Έτσι όπως πρέπει. Για να με δεις πρέπει να σταματήσεις. Αλλιώς δεν προσφέρω τίποτα. Μόνο για μια στιγμή ένα άγαλμα με ανοιχτά τα χέρια να φωνάζει κοιτώντας ψηλά. Σα σποτάκι. Ένα μικρό βιντεάκι για να βλέπεις όταν ταξιδεύεις.



2 σχόλια:

  1. κ μένα μου αρέσουν οι γέφυρες. Ειδικά,αν μαζί με τη σκιά έχω κ μια φραπεδιά να χαλαρώσω

    ΑπάντησηΔιαγραφή